Το σφάλμα της υποτίμησης του αντιπάλου
![]() |
| Αλέξανδρος Αλεξανδράκης, «Μέχρις Εσχάτων». |
Πολλοί υποτίμησαν τη μαχητική ικανότητα του ελληνικού λαού και, τις περισσότερες φορές, η εκτίμησή τους αυτή αποδείχθηκε απολύτως εσφαλμένη.
Χαρακτηριστικό είναι το εξής γεγονός: Το 1909, η Οθωμανική Αυτοκρατορία έπνεε τα λοίσθια, γονατισμένη οικονομικά και ταπεινωμένη από τις παραχωρήσεις στις Μεγάλες Δυνάμεις. Τον Απρίλιο του ίδιου έτους, ο στρατηγός Μαχμούτ Σεβκέτ Πασάς, μέσω πραξικοπήματος έθεσε υπό την κηδεμονία του την Επιτροπή Ένωσης και Προόδου. Καθώς ο οθωμανικός στρατός δεν ήταν σε θέση να υψώσει το ανάστημά του απέναντι στις Μεγάλες Δυνάμεις, προτίμησε να στραφεί εναντίον της Ελλάδας, της οποίας η στρατιωτική αδυναμία θεωρούνταν δεδομένη μετά το 1897.
Ο στρατηγός Σεβκέτ έφθασε στο σημείο να δηλώσει ότι, εάν η ελληνική κυβέρνηση δεν παραιτούνταν επισήμως από τις διεκδικήσεις της στην Κρήτη (η οποία δεν είχε ακόμη ενσωματωθεί στο ελληνικό βασίλειο) θα ερχόταν «να πιει τον καφέ του στην Ακρόπολη». Από το καθεστώς αυτό άρχισε να εντείνεται η πολιτική του εκτουρκισμού, σε βάρος των Ελλήνων και των άλλων εθνοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Το αποτέλεσμα, όπως γνωρίζουμε, ήταν η διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με αρχή τους Βαλκανικούς και τέλος την Μικρασιατική Εκστρατεία. Ο Ελληνικός Στρατός υπήρξε η αιχμή του δόρατος, καταφέροντας το τελειωτικό πλήγμα.
Ελάχιστοι θα πίστευαν, το 1911-12, ότι οι Έλληνες διέθεταν στρατιωτικές δυνατότητες. Η Βουλγαρία και η Σερβία πίστευαν ότι η Ελλάδα δεν θα κατάφερνε παρά ελάχιστα στο μέτωπό της εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Δεν υπολόγιζαν ότι ο Ελληνικός Στρατός θα εισερχόταν, πρώτος, νικηφόρος στη Θεσσαλονίκη.
Το ίδιο πίστευαν και πριν τον Β΄ Παγκόσμιο. Ουδείς πίστευε ότι αυτός ο λαός, ύστερα από τόσους πολέμους, καταστροφές & δοκιμασίες, θα ήταν ικανός, λίγα μόλις χρόνια αργότερα, να αντισταθεί στις πανίσχυρες δυνάμεις του Άξονα. Με τις συνέπειες του προσφυγικού ακόμη νωπές, με βαρύτατα οικονομικά & κοινωνικά προβλήματα, με πολιτικό διχασμό, κανένας δεν προοικονομούσε ότι την άνοιξη του 1941 ο Ελληνικός Στρατός θα έτρεπε τον Ιταλικό σε υποχώρηση.
Κι όμως, στα βουνά της Βορείου Ηπείρου γράφτηκαν νέες σελίδες δόξας. Ακόμη και μετά την κατάληψη της χώρας, οι Έλληνες συνέχισαν τον πόλεμο, καταφέρνοντας τελικά να βρεθούν στο τέλος στο στρατόπεδο των νικητών.
Αυτό που θέλω να επισημάνω με όλα τα παραπάνω είναι ότι η ελληνική κοινωνία διέθετε, και εξακολουθεί να διαθέτει μια βαθιά ριζωμένη μαχητικότητα, καθώς και μια ακόμη βαθύτερη εθνική συνείδηση. Αυτές οφείλονται στον τρόπο με τον οποίο ο Ελληνισμός αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τη θέση του στην Ιστορία.
Διαβάζοντας κείμενα και απομνημονεύματα εκείνων που πολέμησαν το 1940 και το 1941, διαπιστώνουμε πόσο ζωντανή παρέμενε μέσα τους η ελληνική δημοτική παράδοση, οι μνήμες του 1821.
Όλα αυτά αποτελούσαν ζωντανά στοιχεία της συλλογικής τους συνείδησης, που επηρέαζαν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονταν το καθήκον τους απέναντι στην πατρίδα και στο κοινωνικό σύνολο. Αλλά πρώτ’ απ’ όλα απέναντι στους γονείς τους, στις γυναίκες τους και στα παιδιά τους.
Ας μην υποκύπτουμε σε κάθε είδους ψυχολογικές επιχειρήσεις, που προσπαθούν να μας πείσουν ότι τα εγγόνια εκείνων που έγραψαν την εποποιία του ’40 δεν είναι σήμερα ικανά να υπερασπιστούν τη χώρα τους και την εθνική τους κυριαρχία απέναντι σε δυνάμεις πολύ μικρότερες απ’ τις Αυτοκρατορίες τις οποίες αντιμετώπισαν οι παππούδες μας.
Δεν πρέπει να αποδειχθούμε ανάξιοι απόγονοι των άξιων προγόνων μας.
Το ίδιο πίστευαν και πριν τον Β΄ Παγκόσμιο. Ουδείς πίστευε ότι αυτός ο λαός, ύστερα από τόσους πολέμους, καταστροφές & δοκιμασίες, θα ήταν ικανός, λίγα μόλις χρόνια αργότερα, να αντισταθεί στις πανίσχυρες δυνάμεις του Άξονα. Με τις συνέπειες του προσφυγικού ακόμη νωπές, με βαρύτατα οικονομικά & κοινωνικά προβλήματα, με πολιτικό διχασμό, κανένας δεν προοικονομούσε ότι την άνοιξη του 1941 ο Ελληνικός Στρατός θα έτρεπε τον Ιταλικό σε υποχώρηση.
Κι όμως, στα βουνά της Βορείου Ηπείρου γράφτηκαν νέες σελίδες δόξας. Ακόμη και μετά την κατάληψη της χώρας, οι Έλληνες συνέχισαν τον πόλεμο, καταφέρνοντας τελικά να βρεθούν στο τέλος στο στρατόπεδο των νικητών.
Αυτό που θέλω να επισημάνω με όλα τα παραπάνω είναι ότι η ελληνική κοινωνία διέθετε, και εξακολουθεί να διαθέτει μια βαθιά ριζωμένη μαχητικότητα, καθώς και μια ακόμη βαθύτερη εθνική συνείδηση. Αυτές οφείλονται στον τρόπο με τον οποίο ο Ελληνισμός αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τη θέση του στην Ιστορία.
Διαβάζοντας κείμενα και απομνημονεύματα εκείνων που πολέμησαν το 1940 και το 1941, διαπιστώνουμε πόσο ζωντανή παρέμενε μέσα τους η ελληνική δημοτική παράδοση, οι μνήμες του 1821.
Όλα αυτά αποτελούσαν ζωντανά στοιχεία της συλλογικής τους συνείδησης, που επηρέαζαν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονταν το καθήκον τους απέναντι στην πατρίδα και στο κοινωνικό σύνολο. Αλλά πρώτ’ απ’ όλα απέναντι στους γονείς τους, στις γυναίκες τους και στα παιδιά τους.
Ας μην υποκύπτουμε σε κάθε είδους ψυχολογικές επιχειρήσεις, που προσπαθούν να μας πείσουν ότι τα εγγόνια εκείνων που έγραψαν την εποποιία του ’40 δεν είναι σήμερα ικανά να υπερασπιστούν τη χώρα τους και την εθνική τους κυριαρχία απέναντι σε δυνάμεις πολύ μικρότερες απ’ τις Αυτοκρατορίες τις οποίες αντιμετώπισαν οι παππούδες μας.
Δεν πρέπει να αποδειχθούμε ανάξιοι απόγονοι των άξιων προγόνων μας.
Χρόνια πολλά. Ζήτω η Ελλάς! 🇬🇷
Αναδημοσίευση από τη σελίδα AUDACIA EST VICTORIA.
