Κάθετ’ η Μάρω, κάθεται στου Γιάννου το κρεβάτι, κρατεί γυαλί στα χέρια της, τα κάλλη της γυαλίζει. - Για πες μου, κάλλη μ’ όμορφα, και στήθι μου γραμμένο, τάχα του Γιάννου να είστε ‘σείς, τάχα του Κωσταντίνου; Κι ο Κωσταντίνος, διάβαινε, παίζοντας το τζυβούρι, παίζοντας και διαβαίνοντας και ψιλοτραγουδώντας. - Σκιάζομαι, Μάρω μ’ σκιάζομαι, το Γιάννο τον φοβούμαι. - Ο Γιάννος πάει στα βουνά να ‘λαφοκυνηγήσει. Γιάτος κι ο Γιάννος πόφτασε στους κάμπους καβαλάρης. - Άνοιξε, Μάρω μ’ άνοιξε, να πάρεις το κυνήγι, να ιδείς τα ‘λάφια ζωντανά, τ’ αρκούδια ‘μερωμένα, κ’ ένα μικρό λαφόπουλο να παίζ’ η αφεντιά σου. - Δεμ μπορώ, Γιάννο μ’ δεν μπορώ, δεν ημπορώ ν’ ανοίξω, σύρε, Γιάννο μ’ στη μάνα σου, σύρε στην αδερφή σου. Βιτσιά δίνει τ’ αλόγου του, στη μάνα του πηγαίνει. - Άνοιξε, μάνα μ’ άνοιξε, να πάρεις το κυνήγι, να ιδείς τα ‘λάφια ζωντανά, τ’ αρκούδια ‘μερωμένα, κ’ ένα μικρό λαφόπουλο να παίζ’ η αδερφή μου. - Σύρε, Γιάννο μ’ στη Μάρω σου ναδώσεις το κυνήγι. - Μάνα μ’ η Μάρω δεν μπορεί, δ...